προσδέχομαι

προσ|δέχομαι 1. принимать, допускать; 2. ожидать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "προσδέχομαι" в других словарях:

  • προσδέχομαι — receive favourably pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδέχομαι — ΝΜΑ, ιων. τ. προσδέκομαι Α δέχομαι κάτι ευχαρίστως νεοελλ. δέχομαι επιπροσθέτως |] αρχ. 1. υποδέχομαι κάποιον με φιλικό τρόπο 2. (για βασιλιά) δέχομαι να παρουσιαστεί κάποιος ενώπιόν μου («ἅμα τῇ ἡμέρᾳ στὰς ὅπου ἐδόκει ἐπιτήδειον εἶναι… …   Dictionary of Greek

  • προσδέκεσθε — προσδέχομαι receive favourably pres imperat mp 2nd pl (ionic aeolic) προσδέχομαι receive favourably pres ind mp 2nd pl (ionic aeolic) προσδέχομαι receive favourably imperf ind mp 2nd pl (ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδέχεσθε — προσδέχομαι receive favourably pres imperat mp 2nd pl προσδέχομαι receive favourably pres ind mp 2nd pl προσδέχομαι receive favourably imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποτιδεγμένω — προσδέχομαι receive favourably aor part mp masc/neut nom/voc/acc dual (epic doric) προσδέχομαι receive favourably aor part mp masc/neut gen sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποτιδεγμένων — προσδέχομαι receive favourably aor part mp fem gen pl (epic doric) προσδέχομαι receive favourably aor part mp masc/neut gen pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποτιδέγμενον — προσδέχομαι receive favourably aor part mp masc acc sg (epic doric) προσδέχομαι receive favourably aor part mp neut nom/voc/acc sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδεδεγμένον — προσδέχομαι receive favourably perf part mp masc acc sg προσδέχομαι receive favourably perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδεδεγμένων — προσδέχομαι receive favourably perf part mp fem gen pl προσδέχομαι receive favourably perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδεκόμενον — προσδέχομαι receive favourably pres part mp masc acc sg (ionic aeolic) προσδέχομαι receive favourably pres part mp neut nom/voc/acc sg (ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδεξαμένων — προσδέχομαι receive favourably aor part mid fem gen pl προσδέχομαι receive favourably aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.